14.6.06

Βόσπορος

Τότε στο Βόσπορο έβγαινε το φεγγάρι
Σαν σε λίμνη ολούθε
φώτα μιας πόλης άγνωστης
Αναλαμπές λήθης κρυφής
απ' τα βάθη του χρόνου βγαλμένης.

Λεωφόροι, εστιατόρια, βιτρίνες·
πλατείες όπου ρακένδυτοι κολάτσιζαν
τζαμιά με μύριους μιναρέδες
Στο Καρακιόι οι μικροπωλητές πουλάγανε κουλούρια
Παιδιά κολύμπαγαν στα βρώμικα νερά.

Στο πλήθος μέσα το πολύχρωμο
πόλης Ανατολής πολύβουης
μέσα στους γκρίζους ίσκιους
σαν μοιρολόι η φωνή του μουεζίνη αντηχεί
Στους κήπους τους περίτεχνους
στων σαραγιών τους μυστικούς διάδρομους
μια νύχτα φθάνει αλλιώτικη
στη γαλήνη
μιας άλλης διάστασης πια.

Μαύρο βελούδο και χρυσά μεταξωτά
κανέλα, κέδρος και λιβάνι
αστράφτουν τα μπακίρια στο παζάρι
τα περιδέραια, τα βραχιόλια, τα χρυσά φλουριά
Τα πλοία πάνε κι έρχονται στoυ Πέρα τα νησιά

Μόλις νυχτώσει ήχοι κι αρώματα·
προμήνυμα στιγμών μεθυστικών
μυστηριακών στροβιλισμών.

Also see orig. src. Βόσπορος