23.2.08

Ωραίο φθινοπωρινό πρωί

Γ. Σεφέρης - Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄
Να που μ' αρέσουν επί τέλους αυτά τα βουνά
μ' αυτό το φως
με δέρμα ρυτιδωμένο σαν την κοιλιά του ελέφαντα
όταν τα μάτια του στενεύουν απ' τα χρόνια.
Νά που μ' αρέσουν αυτές οι λεύκες, δεν είναι πολλές
σηκώνοντας τους ώμους μέσα στον ήλιο.
Οι αψηλοί γκέγκηδες οι κοντοί τόσκηδες το καλοκαίρι με τα δρεπάνια
και το χειμώνα με τα τσεκούρια
κι όλο τα ίδια ξανά και ξανά, ίδιες κινήσεις
στα ίδια σώματα κόπηκε η μονοτονία.

Τι λέει ο Μουεζίνης στην άκρη του μιναρέ; για πρόσεξε
Έσκυψε ν' αγκαλιάσει μια ξανθή κούκλα στο πλαινό μπαλκόνι.
Αυτή ανεμίζει δυό ρόδινα χεράκια στον ουρανό
δεν παραδέχεται να τη βιάζουν
Ωστόσο γέρνει ο μιναρές και το μπαλκόνι σαν τον πύργο της Πίζας (...)
(συνέχεια)
Αυτά έγραφε ο Σεφέρης από την Κορυτσά το 1937